I Love Kythera
Imagine Kythera

Λευκάδιος Χερν

0

Λευκάδιος Χερν

Λευκάδιος Πατρίκιος Χερν ή Γιάκουμο Κοϊζούμι (Patrick Lefcadio Tessima Charles Hearn ή Koizumi Yakumo, 27 Ιουνίου 1850 – 26 Σεπτεμβρίου 1904)

Πανεπιστημιακός, δημοσιογράφος και συγγραφέας του 19ου αιώνα, αδάμαστη και αυτοδημιούργητη προσωπικότητα που έφερε σε επαφή το ευρωπαϊκό κα αμερικανικό αναγνωστικό κοινό με τον τότε άγνωστο πολιτισμό της Ιαπωνίας.

Γεννήθηκε στην Λευκάδα (τότε Αγία Μαύρα, Santa Maura) στις 27 Ιουνίου 1850, δεύτερος υιός Ιρλανδού, Δουβλινέζου πατέρα (του στρατιωτικού χειρούργου ιατρού στο Βρετανικό Σώμα των Επτανήσων, Καρόλου Χερν, Charles Hearn) και Ελληνίδας μητέρας (της καλλονής Ρόζας Κασιμάτη από τα Κύθηρα). Το 1856 ο Κάρολος Χερν πήρε μετάθεση στις Δυτικές Ινδίες και έστειλε την οικογένειά του στο Δουβλίνο, στο σπίτι των γονέων του, όπου όμως η μητέρα του δεν μπόρεσε να αντέξει την συγκατοίκηση, με αποτέλεσμα να καταλήξει φιλοξενούμενη της μοναδικής συγγενούς, μιας θείας, που έδειχνε συμπάθεια προς αυτήν και τα παιδιά της.

Μετά από λίγο, ο μικρός Λευκάδιος έζησε την τραυματική εμπειρία του διαζυγίου των γονιών του και την εκδίωξη της μητέρας του στην Ελλάδα, την οποία δεν ξαναείδε ποτέ. Ακολούθησε και δεύτερο πλήγμα για τον μικρό Λευκάδιο, όταν ο πατέρας του σύναψε καινούργιο γάμο και, αδιαφορώντας για την ψυχολογία των υιών του, τους εγκατέλειψε και έφυγε στην Ινδία. Με την παιδική του ψυχή γεμάτη ανασφάλεια, έφθασε κάποτε επιτέλους σε σχολική ηλικία και έπειτα από λίγο γνώρισε μέσα από ένα βιβλίο τον κόσμο των Αρχαίων Ελλήνων, ο οποίος τον ενθουσίασε και τον έκανε να ξεφύγει από την μέχρι τότε βαθιά θλίψη του, καθώς, όπως ο ίδιος έγραψε αργότερα, «βίωσε μία προσωπική αναγέννηση». Όμως τα βάσανα δεν είχαν τελειώσει για τον μικρό Λευκάδιο: κατά την διάρκεια των σπουδών του στο ρωμαιοκαθολικό κολλέγιο «Άγιος Κουθμπέρτος» («St. Cuthbert») του Durham, έχασε το αριστερό μάτι του, εξαιτίας ενός αθλητικού ατυχήματος και από τότε κλείστηκε στον εαυτό του, βρίσκοντας ασφαλές προσωπικό καταφύγιο στον κόσμο των βιβλίων.

Λίγο μετά την συμπλήρωση των 16 χρονών του και έχοντας ήδη διαμορφώσει μία πανθεϊστική κοσμοαντίληψη (βλ. Kenneth Rexroth, 1987, «World Outside the Window: Selected Essays of Kenneth Rexroth»), αναγκάστηκε να σταματήσει το σχολείο και μετά από 3 χρόνια, μη αντέχοντας την υπερβολική κλειστότητα και θρησκοληψία των Ιρλανδών, καθώς και την κακία της συντηρητικής κοινωνίας τους εξαιτίας της αναπηρίας και δυσμορφίας του (το κατεστραμμένο μάτι του είχε ασπρίσει και το άλλο ήταν κόκκινο από την υπερκόπωση), έφυγε σε ηλικία μόλις 19 ετών για τις Η.Π.Α. και εγκαταστάθηκε στο Τσιντσινάτι (Cincinnati) της πολιτείας του Οχάϊο. Μετά από μία μικρή περίοδο απόλυτης οικονομικής εξαθλίωσης, γνώρισε τελικά τον άγγλο εκδότη και ριζοσπάστη ουτοπιστή κοινοτιστή Χένρυ Γουώτκιν (Henry Watkin, 1824- 1910), ο οποίος τον προέτρεψε να ασχοληθεί με την δημοσιογραφία, όπου διακρίθηκε επί πολλά χρόνια (με τις εφημερίδες «Cincinnati Daily Enquirer», 1872 – 1875, «Cincinnati Commercial», 1875 – 1877, «Times Democrat» της Νέας Ορλεάνης, 1877 – 1890).

Το 1875 προκάλεσε τα ρατσιστικά ήθη της εποχής με τον γάμο του με την μιγάδα Αλήθεια Φόλεϋ (Alethea «Mattie» Foley), ο οποίος θεωρήθηκε «σκάνδαλο παλλακείας» (αφού ο τότε νόμος δεν αναγνώριζε γάμους λευκών με μη λευκούς) και του κόστισε την απόλυσή του από την ημερήσια εφημερίδα «Cincinnati Daily Enquirer», η οποία όμως του άνοιξε τον δρόμο για εργασία στην ανταγωνιστική «Cincinnati Commercial». Ωστόσο, επειδή η κάπνα και η έντονη βιομηχανική ατμοσφαιρική ρύπανση του Τσιντσινάτι ενοχλούσαν το υπερευαίσθητο λόγω κόπωσης δεξί μάτι του, αποφάσισε το 1877 να φύγει για την Νέα Ορλεάνη, όπου για 12 περίπου χρόνια (μέχρι το 1889 – 1890) συνεργάστηκε με την εφημερίδα «Times Democrat», στο κοινό της οποίας καταξιώθηκε λόγω του προσωπικού του γλαφυρού τρόπου, ο οποίος, περνώντας ταχύτατα από την Ιστορία των Κρεολών στην ιδιαίτερη κουζίνα της περιοχής και από τα λαϊκά ήθη και έθιμα στο Βουντού, αναδείκνυε την πολιτεία ως περιοχή ιδιόρρυθμων ηθών και άκρατου ηδονισμού. Το 1887 ταξίδεψε στις Δυτικές Ινδίες για λογαριασμό του περιοδικού «Harper’s Magazine», όπου και συνέγραψε το «Two Years in the French West Indies» και το μυθιστόρημα «Youma» με θέμα μία ανταρσία σκλάβων (και τα δύο εκδόθηκαν το 1890).

Με την ιδιότητα του δημοσιογράφου έφθασε το 1889 στην Γιοκοχάμα (Yokohama), σταλμένος από το αμερικανικό περιοδικό «Harper’s Magazine». Λίγο πριν φύγει για την Ιαπωνία, έγραψε στο περιοδικό ότι εκείνο που σκόπευε ήταν να παρουσιάσει στους αναγνώστες την πραγματική εικόνα της ζωής στην Ιαπωνία «όχι σαν ένα απλός παρατηρητής, αλλά ως κάποιος που μπορεί να συμμετέχει στην καθημερινότητα των απλών ανθρώπων και που επιπρόσθετα μπορεί να σκέπτεται με τις δικές τους σκέψεις». Λίγο καιρό μετά την άφιξή του όμως, έσπασε το συμβόλαιό του με το περιοδικό και εγκαταστάθηκε στο Ματσούε (Matsue) της βορειοδυτικής Ιαπωνίας που τότε δεν είχε ακόμα διαβρωθεί από τα ήθη των «δυτικών», διδάσκοντας αγγλικά. Κατά την εκεί παραμονή του, σχετίστηκε στενά με τους ανθρώπους, ανέπτυξε αδελφική φιλία με τον καθηγητή Νισίντα Σεντάρο (Nishida Sentaro) και μόλις τον 15ο μήνα από τότε που έφθασε στην χώρα νυμφεύθηκε την Κοϊζούμι Σέτσου ή Σετσούκο (Koizumi Setsu ή Setsuko), θυγατέρα ενός πρώην σαμουράϊ της περιοχής, κατεστραμμένου πια λόγω της εισβολής των «δυτικών» και της συνακόλουθης διάλυσης όλων των παραδοσιακών κοινωνικών ιεραρχήσεων. Με την Σέτσου απέκτησε αργότερα τρεις υιούς, τους Κάζουο, Ιουάο και Κιγιόσι και μία θυγατέρα, την Σέτσουκο.

Τον επόμενο χρόνο εγκαταστάθηκε στο Κουμαμότο (Kumamoto), όπου δίδαξε επί 3 χρόνια στο εκεί δημόσιο κολλέγιο, ο πρόεδρος του οποίου (Κάνο Τζιγκόρο, Kano Jigoro) ήταν ο άνθρωπος που διέδωσε το τζούντο στον «δυτικό» κόσμο. Το 1896, μένοντας πλέον στο Κόμπε (Kobe) και εργαζόμενος ξανά ως δημοσιογράφος στο αγγλόφωνο «Χρονικό του Κόμπε» («Kobe Chronicle»), έλαβε την ιαπωνική υπηκοότητα και το ιαπωνικό επώνυμο του πρώην σαμουράϊ πεθερού του Κοϊζούμι και το ιαπωνικό όνομα Γιάκουμο (Yakumo, που προερχόταν από το μυθολογικό έπος του έτους 712 «Kojiki»). Προσχώρησε επίσης στον Σιντοϊσμό και στον Βουδισμό, τους οποίους θεώρησε πρωτίστως ως τρόπους καθημερινής ατομικής και συλλογικής ζωής, ως Θρησκείες «πράξης», τις οποίες οι άνθρωποι εφαρμόζουν ενεργά στην καθημερινή ζωή αντί απλώς να τις πιστεύουν ως θεολογικό δόγμα και στην συνέχεια εγκαταστάθηκε στο Τόκιο, ως καθηγητής αγγλικής γλώσσας και φιλολογίας στο Αυτοκρατορικό Πανεπιστήμιο του Τόκιο.

Συνέγραψε για αμερικανικά περιοδικά πάμπολλα άρθρα που περιέγραφαν την ζωή στην Ιαπωνία, καθώς και ανάλογα βιβλία, λυρικά και πνευματικά, που θεωρούνται από πολλούς η πιο ενδιαφέρουσα προσέγγιση της ιαπωνικής κοινωνίας από ευρωπαίο συγγραφέα (κάποιοι ωστόσο «δυτικοί», όπως λ.χ. ο Τζώρτζ Όργουελ τον κατηγόρησαν άδικα για εξαγωγή εθνικισμού και εξωραϊσμό της πραγματικής εικόνας της Ιαπωνίας). Το 1900 έπαθε καρδιακό έμφραγμα, το οποίο τον κατέβαλε αρκετά και τον έκανε να εγκαταλείψει κάποια σχέδιά του για ταξίδια στο εξωτερικό. Οι δυσκολίες του αύξησαν ωστόσο το ενδιαφέρον του για τον Βουδισμό, αλλά και την ένταση της ποσότητας αλλά και ποιότητας του συγγραφικού έργου του.

Πέθανε στο Οκούμπο (Okubo) στις 26 Σεπτεμβρίου 1904 από ανακοπή, σε ηλικία 54 ετών και αποτεφρώθηκε σύμφωνα με το «διπλοσιντοϊστικό» (βουδιστικό) τελετουργικό στον παλαιό ναό Κομπουπέρα. Λίγο πριν την αποτέφρωση δύο πουλιά αφέθηκαν να πετάξουν, ως συμβολισμός της ψυχής που απελευθερωνόταν από το νεκρό σώμα. Στον τάφο του, οι φοιτητές του έγραψαν αργότερα το ακόλουθο κείμενο: «Στον Λευκάδιο Χερν, του οποίου η γραφίδα υπήρξε πιο ισχυρή ακόμα και από τα όπλα του ένδοξου έθνους που αγάπησε, ενός έθνους που θεωρεί τιμή του το γεγονός ότι τον δέχθηκε στις αγκάλες του ως πολίτη, παρ’ όλο που υποχρεώθηκε να του προσφέρει, αλοίμονο, τον τάφο». Έκτοτε ο τάφος είναι πάντα διακοσμημένος με άνθη, αποτελώντας έως και σήμερα για τους Ιάπωνες γνωστότατο τόπο πνευματικού προσκυνήματος.

To 1965 ο σκηνοθέτης Μασάκι Κομπαγιάσι (Masaki Kobayashi) μετέφερε 4 ιστορίες από το βιβλίο «Kwaidan» του Λευκάδιου Χερν στο ομώνυμο κινηματογραφικό έργο του. Τα άναντά του («Reader’s Guide to Lafcadio Hearn») εξεδόθησαν το έτος 2000 με σύμπραξη περισσότερων από 50 μελετητών του έργου του, ενώ σε πολλές πόλεις της Ιαπωνίας (Ματσούε, Κουμαμότο, Τογιάμα, Χιροσίμα, Κόμπε, Ματσουσίμα, Γιάϊζου, κ. α.) υπάρχουν «Σύλλογοι Γιάκουμο» («Υakumo Societies»), στο δε Γιάϊζου εγκαινιάσθηκε προς τιμή του τον Ιούνιο του 2007 ένα ειδικό επώνυμό του μουσείο. Στην επέτειο των 100 χρόνων από τον θάνατό του, τον αγνοημένο στην ίδια του την φυσική πατρίδα (την Ελλάδα) συγγραφέα, τίμησε η θετή του πατρίδα Ιαπωνία το 2004 με 6 ιαπωνικά και διεθνή συμπόσια, καθώς και με αναμνηστικό γραμματόσημο σε μια σειρά που τιτλοφορείτο «εξέχοντες του πολιτισμού».

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ:

«Stray leaves from strange Literatures» (1884)

«Gombo Zhebes» (1885)

«Some Chinese Ghosts» (1887)

«Chita» (1889)

«Two Years in the French West Indies» (1890)

«Youma» (1890)

«Glimpses of unfamiliar Japan» (1894)

«Out of the East. Reveries and Studies in New Japan» (1895)

«Kokoro. Hints and Echoes of Japanese Inner Life» (1896)

«Gleanings in Buddha – Fields. Studies of Hand and Soul» (1897)

«Exotics and Retrospectives» (1898)

«Japanese Fairy Tales» (1898)

«In Ghostly Japan» (1899)

«Shadowings» (1900)

«Japanese Lyrics» (1900, συλλογή «χαϊκού»)

«A Japanese Miscellany» (1901)

«Kotto» (1902)

«Kwaidan. Stories and studies of strange things» (1903)

«Japan. An attempt of interpretation» (1904)

«The Romance of the Milky Way» (1905)

Leave A Reply

Your email address will not be published.